Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
25 / 5 / 2020

Ο Brian Lumley είναι πιο γνωστός για τον Νεκροσκόπο, αλλά δεν έχει τύχει να τον διαβάσω ώς τώρα παρότι τον έχω στα υπόψη. Ίσως να φταίει το ότι έχει να κάνει με βαμπίρια και, γενικά, δεν γουστάρω τα βαμπίρια.

Όμως ο Lumley έχει γράψει κι άλλα βιβλία, ανάμεσα στα οποία και κάποια στις ονειροχώρες του Lovecraft. Έτσι αποφάσισα να διαβάσω αυτά, γιατί οι ονειροχώρες ανέκαθεν μου φαίνονταν ενδιαφέρον σκηνικό που όμως ο ίδιος ο Lovecraft δεν νομίζω ότι είχε εξερευνήσει ή επεκτείνει αρκετά μέσα στα κείμενά του. Ήλπιζα ότι ο Lumley θα έκανε εκείνο που ο Lovecraft δεν είχε κάνει.

Κούνια που με κούναγε...

Ή, μάλλον, όχι, εντάξει, έχει όντως επεκτείνει και εξερευνήσει περισσότερο τις ονειροχώρες. Όμως είναι σχεδόν σαν άλλο πράγμα. Η Αναζήτηση της Άγνωστης Καντάθ, του Lovecraft, είναι γραμμένη όχι απλά με τις ονειροχώρες ως σκηνικό αλλά και με τρόπο καταφανώς ονειρικό. Είναι το ίδιο το ύφος της γραφής τέτοιο.

Αυτό δεν ισχύει στα βιβλία του Brian Lumley, που τα δύο πρώτα είναι το Hero of Dreams και το Ship of Dreams. Το ένα το έχω ήδη τελειώσει, το άλλο το τελειώνω τώρα – 20 σελίδες απομένουν. Δεν έχουν καμιά σχέση μ’εκείνο που ήξερα από τον Lovecraft. Τα βιβλία αυτά είναι καλτ με την κακή έννοια. Ναι, σίγουρα, διαδραματίζονται στις ονειροχώρες του Lovecraft – τα ίδια ονόματα, οι ίδιες τοποθεσίες – όμως είναι όλα γραμμένα σαν ένα σκηνικό για περιπέτειες ηρωικής φαντασίας. Δεν έχουν τίποτα το πραγματικά ονειρικό οι ονειροχώρες του Lumley εκτός απ’το ότι ο χρόνος στα ταξίδια υποτίθεται πως περνά λίγο περίεργα, και το ίδιο ισχύει για τις αποστάσεις γενικά – είναι κάπως ακαθόριστες.

Οι ιδέες είναι καλές – και αυτές του Lovecraft και αυτές του Lumley – δεν είναι άσχημες. Ορισμένες είναι τελείως σουρεαλιστικές. Είναι, ίσως, ο μόνος λόγος για να διαβάσεις αυτά τα βιβλία. Κατά τα άλλα, δεν είναι και τόσο καλά. Είναι αυτό που θα έλεγα «της πλάκας». Η ίδια η γραφή μοιάζει να είναι της πλάκας. Παρότι έχει αναμφίβολα έναν δυναμισμό και έναν αυθόρμητο ενθουσιασμό, δεν είναι καλή γραφή· το βλέπεις αυτό. Και οι δύο βασικοί χαρακτήρες είναι ακόμα χειρότεροι. Είναι ό,τι πιο κλασικό μπορείς να φανταστείς στην ηρωική φαντασία, και ό,τι πιο γελοίο. Οι κλασικοί adventurers. Μάλιστα, μέσα στο ίδιο το κείμενο αναφέρονται, ξανά και ξανά, ως «the adventurers», και πραγματικά θυμίζει συνηθισμένο RPG η όλη κατάσταση, ακόμα και από το όπως μιλάνε οι χαρακτήρες αναμεταξύ τους, όλο αστειάκια και ευφυολογήματα. Δεν είναι κακός ο διάλογος γι’αυτό που είναι – μοιάζει ζωντανός – αλλά αυτό που είναι είναι της πλάκας. Θυμίζει όπως θα μιλούσαν οι παίχτες ενός RPG γύρω απ’το τραπέζι: οι παίχτες, όχι οι χαρακτήρες τους.

Μιλάμε για δυο ήρωες που βάζουν τον εαυτό τους σε κίνδυνο για το δε-γαμιέται-πάμε-ρε-συ, και αντιμετωπίζουν παράξενα τέρατα ενώ ευφυολογούν μες στη μάχη και περνάνε από θανατηφόρες παγίδες κάνοντας αστεία.

Η ίδια η πλοκή, αναμενόμενα, δεν είναι και τόσο καλή. Πάλι, θυμίζει περιπέτεια κλασικού RPG όπου οι χαρακτήρες στέλνονται αποδώ κι αποκεί, ή πηγαίνουν από μόνοι τους, χωρίς πραγματικά καλές δικαιολογίες. Δεν μοιάζουν με πραγματικούς ανθρώπους· μοιάζουν με καρικατούρες ανθρώπων.

Το Hero of Dreams δεν ήταν καλό ακριβώς, αλλά είχε πλάκα και μια αρκετά απρόβλεπτη πλοκή – πράγμα που είναι bonus. Το Ship of Dreams είναι ακόμα χειρότερο: η πλοκή είναι τελείως κλισέ. Αξιοσημείωτο, δε, ότι και στα δύο βιβλία υπάρχει μια κακιά τύπισσα που φαίνεται σαν να βγήκε από μισογύνικη φαντασίωση (και, όχι, δεν είναι η ίδια κακιά τύπισσα· είναι δύο διαφορετικές). Και οι δύο θέλουν να πηδηχτούν με τον βασικό ήρωα, τον David Hero (άκου όνομα, εκτός των άλλων!), αλλά όταν είναι στο κρεβάτι μαζί του αποκαλύπτεται ότι είναι πανέμορφες γυναίκες μόνο από τη μέση και πάνω... ή κάτι τέτοιο.

Μιλάμε για τη μια γελοιότητα μετά την άλλη.

Εντάξει, μην είμαι και τελείως άδικος μ’αυτά τα βιβλία. Διαβάζονται. Έχουν, όντως, πλάκα. Αλλά αυτό είναι – της πλάκας. Ενώ περίμενα κάτι περισσότερο. Δεν ξέρω άμα θα πάω στο τρίτο. Ο Dray Prescot είναι σκάλες πιο πάνω, ειδικά ύστερα από τα αρχικά βιβλία της σειράς, κι αισθάνομαι να με καλεί ξανά· η σειρά αυτή είναι γιγάντια...

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]